Εξέταση | Θρομβοφιλία και εργαστηριακές δοκιμές

Το σύνολο των διαταραχών (επίκτητων ή κληρονομικών) που διαταράσσουν την αιμόσταση και οδηγούν σε θρόμβωση καθ’ υποτροπή, χαρακτηρίζεται ως επίκτητη ή συγγενής/κληρονομική θρομβοφιλία.
Σήμερα ο ίδιος όρος, θρομβοφιλία, χρησιμοποιείται επίσης συχνά για ασθενείς που εμφανίζουν ασυνήθεις εκδηλώσεις της φλεβικής θρομβοεμβολικής νόσου (venous thromboembolism, VTE), όπως π.χ. επανειλημμένα αυτόματα επεισόδια, θρόμβωσης σε νεαρή ηλικία με βεβαρημένο οικογενειακό ιστορικό ή θρόμβωση σε ασυνήθεις περιοχές. Παρότι όντως πολύ συχνά αναγνωρίζονται εργαστηριακές θρομβοφιλικές διαταραχές σε τέτοιες καταστάσεις, σήμερα γνωρίζουμε καλά ότι οι εργαστηριακές θρομβοφιλικές διαταραχές αυξάνουν τον κίνδυνο οποιουδήποτε επεισοδίου VTE (και σπανιότερα επεισοδίων και αρτηριακής θρόμβωσης). Είναι επίσης γεγονός ότι η βαρύτητα αυτών των διαταραχών ποικίλλει ευρέως και ότι τα περισσότερα άτομα έχουν ήπια θρομβοφιλική διάθεση και δεν θα εμφανίσουν ποτέ θρομβωτικό επεισόδιο.

 

1. Προληπτικός έλεγχος συγγενούς θρομβοφιλίας ατόμων με οικογενειακό ιστορικό φλεβοθρομβωσης (VTE)

  • Δραστικότητα  αντιθρομβίνης (AT)
  • Δραστικότητα  πρωτεΐνης C(PrC)
  • Αντιγόνο  ελεύθερης  πρωτεΐνης S (PrS)
  • Μετάλλαξη  G20210A της προθρομβίνης
  • Αντίσταση  στην  ενεργοποιημένη  πρωτεΐνη C (APC-R)*

*Επί παθολογικού APC-R, θα εκτελείται χωρίς χρέωση η εξέταση: Μετάλλαξη R506Q του FV Leiden (FVLM)για την αποσαφήνιση του γενετικού προφίλ του ασθενούς.

Ο κίνδυνος θρόμβωσης αυξάνεται ακόμη περισσότερο όταν συνυπάρχουν περισσότεροι του ενός παράγοντες
θρομβοφιλίας, αν και οι θρομβοεμβολικοί παράγοντεςδεν συνεισφέρουν στον ίδιο βαθμό στις θρομβωτικές επιπλοκές.
Ο πιο σημαντικός παράγοντας κινδύνου είναι το ιστορικό θρόμβωσης στον ίδιο την ασθενή ή στην οικογένεια (σε συγγενή 1ου βαθμού και σε ηλικία <50 ετών).

 

 

2. Θρομβοφιλία στην κύηση και λοχεία

Η κύηση είναι υπερπηκτική κατάσταση λόγω φυσιολογικών μεταβολών των παραγόντων πήξης όπως αύξηση

APCR στο 2ο και 3ο τρίμηνο, μείωση πρωτεΐνης S (PrS),αύξηση ινωδογόνου και FII, FVII, FVIII και FX, αύξηση TAFI (ThrombinActivatableFibrinolyticInhibitor),και PAI-1και PAI-2 (PlasminogenActivatorInhibitor).
Η υπερπηκτική κατάσταση επιτείνεται ακόμη περισσότερο από τη φλεβική στάση στα κάτω άκρα λόγω πίεσης της μήτρας στην κάτω κοίλη φλέβα και στις φλέβες της πυέλου, τη μειωμένη κινητικότητα αλλά και τη διαδικασία του τοκετού και ειδικά της καισαρικής τομής.
Η θρομβοφιλία στην κύηση αυξάνει τον κίνδυνο και άλλων αγγειακών επιπλοκών όπως της απώλειας εμβρύου, της καθυστέρησης ενδομήτριας ανάπτυξης και της θρομβωτικής μικροαγγειοπάθειας. Το αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο (APS), είναι η συχνότερη αιτία επίκτητης θρομβοφιλίας και έχει ως πρώτη αιτία θανάτου τη θρόμβωση. Επιπλέον, η απώλεια εμβρύου και η νοσηρότητα της κύησης είναι σοβαρές επιπλοκές του συνδρόμου και έχουν ιδιαίτερη κλινική σημασία. Η επίκτητη θρoμβοφιλία είναι μια ιατρική πρόκληση και χρήζει επαγρύπνησης.

  • Δραστικότητα  αντιθρομβίνης (AT)
  • Δραστικότητα  πρωτεΐνης C(PrC)
  • Αντιγόνο  ελεύθερης  πρωτεΐνης S(PrS)
  • Μετάλλαξη  G20210A της προθρομβίνης
  • Αντίσταση  στην  ενεργοποιημένη  πρωτεΐνη C (APC-R)*

*Επί παθολογικού APC-R, θα εκτελείται χωρίς χρέωση η εξέταση: Μετάλλαξη R506Q του FV Leiden (FVLM) για την αποσαφήνιση του γενετικού προφίλ του ασθενούς.

  • Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα (aPLs)
  • Αντιπυκτικό του λύκου (LA)
  • Αντικαρδιολιπινικά αντισώματα IgG
  • Αντικαρδιολιπινικά αντισώματα IgM
  • Αντισώματα έναντι της β2 – γλυκοπρωτεϊνης Ι IgG(β2GPΙ Ab IgG)
  • Αντισώματα έναντι της β2 – γλυκοπρωτεϊνης Ι IgM(β2GPΙ Ab IgΜ)

 

 

3. Έλεγχος επίκτητης θρομβοφιλίας

Τα κριτήρια για τη διάγνωση APS (2006) καθιστούν απαραίτητη την παρουσία των ειδικών αυτοαντισωμάτων (aPLs)  που επιμένουν για >12 εβδομάδες.

Το ΑΡS αποτελεί επίκτητη θρομβοφιλική διαταραχή ανοσολογικού τύπου και οφείλεται στην παρουσία αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων (aPLs).

  • Αντιπυκτικό του λύκου (LA)
  • Αντικαρδιολιπινικά αντισώματα IgG
  • Αντικαρδιολιπινικά αντισώματα IgM
  • Αντισώματα έναντι της β2 – γλυκοπρωτεϊνης Ι IgG(β2GPΙ Ab IgG)
  • Αντισώματα έναντι της β2 – γλυκοπρωτεϊνης Ι IgM(β2GPΙ Ab IgΜ)

 

 

4. Προσυμπτωματικός έλεγχος θρομβοφιλίας σε λήψη από του στόματος αντισυλληπτικών (COPs) η σε αγωγή ορμονικής αποκατάστασης (HRT)

  • Γενική εξέταση αίματος (CBC)
  • PT
  • aPTT
  • Δραστικότητα  αντιθρομβίνης (AT)
  • Δραστικότητα  πρωτεΐνης C(PrC)
  • Αντιγόνο  ελεύθερης  πρωτεΐνης S(PrS)
  • Μετάλλαξη  G20210A της προθρομβίνης
  • Αντίσταση  στην  ενεργοποιημένη  πρωτεΐνη C (APC-R)*

*Επί παθολογικού APC-R, θα εκτελείται χωρίς χρέωση η εξέταση: Μετάλλαξη R506Q του FV Leiden (FVLM) για την αποσαφήνιση του γενετικού προφίλ του ασθενούς.

Οι γυναίκες καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους εκτίθενται στα οιστρογόνα, είτε φυσιολογικά σε αυξημένη ποσότητα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, είτε με τη μορφή εξωγενώς χορηγούμενων φαρμακευτικών σκευασμάτων που περιέχουν οιστρογόνα όπως από του στόματος χορηγουμένα αντισυλληπτικά (COPs) και η αγωγή ορμονικής αποκατάστασης (HRT). Τα φαρμακευτικά σκευάσματα οιστρογόνων συνδέονται με αλλαγές στον αιμοστατικό μηχανισμό που επιφέρουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης φλεβοθρομβοεμβολικών επιπλοκών (VTE), γεγονός που επιτείνεται σε γυναίκες με θρομβοφιλία.
Επιπλέον, τα COPs και η HRT, προκαλούν αναστρέψιμη υπερπηκτικότητα αλλά μόνο η πρόληψη της θρόμβωσης μπορεί να αποτρέψει τη δυνητικά θανατηφόρα ή χρόνια πορεία της. Από το τέλος της δεκαετίας του ’60, σειρές επιδημιολογι-κών μελετών απέδειξαν ότι τα COPs συνδέονται με 4 έως 7 φορές αύξηση του κινδύνου VTE, στο γυναικείο πληθυσμό αναπαραγωγικής ηλικίας στον οποίον, χωρίς COPs, η επίπτωση της VTE δεν ξεπερνά τις 3 περιπτώσεις ανά 10.000 ανά έτος.
Η HRT, στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, αυξάνει τον κίνδυνο VTE κατά 2 έως 5 φορές.Ο αυξημένος κίνδυνος VTE, παρά τη χαμηλή δόση οιστρογόνων σε σχέση με τα COPs, εξηγείται από τον κίνδυνο που προστίθεται λόγω της μεγαλύτερης ηλικίας των γυναικών που λαμβάνουν HRT.

 

 

5. Εργαστηριακή διερεύνηση της θρομβοφιλίας στα παιδιά

  • Δραστικότητα  αντιθρομβίνης (AT)
  • Δραστικότητα  πρωτεΐνης C(PrC)
  • Αντιγόνο  ελεύθερης  πρωτεΐνης S(PrS)
  • Μετάλλαξη  G20210A της προθρομβίνης
  • Αντίσταση  στην  ενεργοποιημένη  πρωτεΐνη C (APC-R)*

*Επί παθολογικού APC-R, θα εκτελείται χωρίς χρέωση η εξέταση: Μετάλλαξη R506Q του FV Leiden (FVLM) για την αποσαφήνιση του γενετικού προφίλ του ασθενούς.

  • Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα (aPLs)
  • Αντιπυκτικό του λύκου (LA)
  • Αντικαρδιολιπινικά αντισώματα IgG
  • Αντικαρδιολιπινικά αντισώματα IgM
  • Αντισώματα έναντι της β2 – γλυκοπρωτεϊνης Ι IgG (β2GPΙ Ab IgG)
  • Αντισώματα έναντι της β2 – γλυκοπρωτεϊνης Ι IgM (β2GPΙ Ab IgΜ)